- ἑκατοντάς,-άδος
- ἡ N 3 0-3-0-0-0=3 1 Sm 29,2; 2 Sm 18,4; 1 Chr 28,1a hundred
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
χιλιοντάς — άδος, ἡ, ΜΑ χιλιάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού χιλιάς σχηματισμένος από το αριθμητικό χίλιοι κατ επίδραση τών ἑκατοντάς, τριακοντάς κ.ά.] … Dictionary of Greek